κενό, μυστήριο
ανακάλυψα πως όλοι τρέχουν.
δεν είμαι παρατηρητής
ούτε έχω κάποιο ρόλο.
μα υπάρχω, το νιώθω, υπάρχω.
κανείς δεν με παρατηρεί.
απεγνωσμένα σου ζητώ να με κοιτάξεις
απλώς κοίταξέ με.
κάνω μια βουτιά στο κρεβάτι
κι επαναφέρομαι στην ηδονή
του μονάριθμου
εγώ, εγώ, εγώ.
καμιά προέκταση.
αναζητώ την αιωνιότητα στα δυο σου μάτια
λες κι η φθορά του χρόνου μέσα τους απουσιάζει.
μα αντ'αυτού ανταμείβομαι με το βραβείο
του Δίχως.
δίχως το εγώ, δίχως το εσύ
δίχως κανέναν.
κοίταξα τα άστρα και τους ζήτησα να μου αποκαλύψουν το μυστικό σου.
μονάχα ένα μου απάντησε κι ήταν η Αφροδίτη.
μου μίλησε για τον έρωτα
μου μίλησε για τον θάνατο
μα και για κάτι που δεν κατάφερα ποτέ ως τώρα να κατανοήσω.
μου μίλησε για εσένα.
για το πόσο ανάγκη το 'χεις
και πως τα σπλάχνα σου τρίζουν
μα δε μου το πες ποτέ.
ξάπλωσα δίπλα της και σ' ονειρεύτηκα.
σ'είχα αγκαλιά, σε μια κορφή
νύχτα αέρας αστέρια σιωπή.
αιωνιότητα.
ένα φως με πλησιάζει και μου χαμογελά. επιτέλους, θα ζεις ψυχή μου, λεύτερη.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014
Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014
Τα Όνειρα που δεν Έκαμα Ποτές μου
Πάει καιρός που δεν κατάφερα να νιώσω μέσα μου βαθιά
ενός ονείρου ξεκούραστου την λευκόμορφη ανάσα
και να ζήσω τον ύπνο της ψυχής μου.
σαν όλα τα βράδια της ζωής μου ξάπλωνα
μισά μετανιωμένος για τις ώρες που περνούσα μακριά απ'τα
ξυπνητά,
μα θλιμμένος που ζούσα μακριά απ'τα όνειρα μου.
το κορμί μου δε βίωσε ποτέ
το Δίχως των ανοιχτών βλεφάρων
ούτε το πέρασμα απ'τα όνειρα τα μακρινά
αυτά που δε συμβαδίζουν με καμιά λογική.
ενός ονείρου ξεκούραστου την λευκόμορφη ανάσα
και να ζήσω τον ύπνο της ψυχής μου.
σαν όλα τα βράδια της ζωής μου ξάπλωνα
μισά μετανιωμένος για τις ώρες που περνούσα μακριά απ'τα
ξυπνητά,
μα θλιμμένος που ζούσα μακριά απ'τα όνειρα μου.
το κορμί μου δε βίωσε ποτέ
το Δίχως των ανοιχτών βλεφάρων
ούτε το πέρασμα απ'τα όνειρα τα μακρινά
αυτά που δε συμβαδίζουν με καμιά λογική.
Ύπνου Έμπνευσις
Μ'έναν πόλεμο δακρύων θα απαντήσω στην οργή μου
για τη φθηνή την ύπαρξη μου.
κι ένα ποτάμι ουρανό θα αφήσω να τρέξει
επάνω στα μελανά σου μαλλιά.
μη με ρωτάς που βρήκα κουράγιο
να αφήσω όλα αυτά που χρωστώ.
τις άκρες των μικρών σου οδοντίων
αυτές να κοιτώ όταν κρυφά, που κι αραιά χαμογελείς
και θα ζω.
δίχως τα χρωστούμενα που με βαραίνουν
για τους ανθρώπους που δεν είμαι εκεί να φυλώ
και για τα όνειρα μου τα προδομένα.
μη με ρωτάς γιατί τα βράδια ξυπνώ
από εφιάλτες φριχτούς και κουρνιάζω σε λέξεις λευκών φύλλων,
για να θυμάμαι όσα ξεχνώ.
μη με ρωτάς γιατί τρέχω και παραπλανώ τα σακάτικα πόδια μου
πως μπορούν λίγο ακόμη
μόνο για να 'ρθω ένα βράδυ πλάι στην εύρυθμη ανάσα σου.
και δε θα ρωτώ κι εγώ για που βιάζεις
και δε θα κλαίω όταν την γηραιότερη σκύλα κοιτάζεις
κι ας πονώ.
μα πες μου
τι νιώθεις όταν σε γλύφω στη ράχη
όταν τα απωθημένα ξεσπούν επάνω στην τρυφερή σου ματιά;
για τη φθηνή την ύπαρξη μου.
κι ένα ποτάμι ουρανό θα αφήσω να τρέξει
επάνω στα μελανά σου μαλλιά.
μη με ρωτάς που βρήκα κουράγιο
να αφήσω όλα αυτά που χρωστώ.
τις άκρες των μικρών σου οδοντίων
αυτές να κοιτώ όταν κρυφά, που κι αραιά χαμογελείς
και θα ζω.
δίχως τα χρωστούμενα που με βαραίνουν
για τους ανθρώπους που δεν είμαι εκεί να φυλώ
και για τα όνειρα μου τα προδομένα.
μη με ρωτάς γιατί τα βράδια ξυπνώ
από εφιάλτες φριχτούς και κουρνιάζω σε λέξεις λευκών φύλλων,
για να θυμάμαι όσα ξεχνώ.
μη με ρωτάς γιατί τρέχω και παραπλανώ τα σακάτικα πόδια μου
πως μπορούν λίγο ακόμη
μόνο για να 'ρθω ένα βράδυ πλάι στην εύρυθμη ανάσα σου.
και δε θα ρωτώ κι εγώ για που βιάζεις
και δε θα κλαίω όταν την γηραιότερη σκύλα κοιτάζεις
κι ας πονώ.
μα πες μου
τι νιώθεις όταν σε γλύφω στη ράχη
όταν τα απωθημένα ξεσπούν επάνω στην τρυφερή σου ματιά;
Labels:
ελληνικά,
κείμενο,
ποίημα,
τέχνη,
Callikrati Vuyuk
Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014
κάθαρση
Και πριν χαράξει η ανατολή
θα μου ζητήσεις να 'μαι 'κει
σε μια απόσταση ελπίδας
όπου τα μάτια δε θα με κοιτάνε όπως πρώτα
εγώ θα μείνω να δω την κάθαρση
θα μείνω για να σε 'δω κι εσένα
για λίγο ακόμη, πιο πολύ
μα μη κοιτάς μη δεις τ'αληθινά μου μάτια
απλώς μ'αγκάλιασε και άσε εμάς
εμάς του δυο δυο πέτρες να γενούμε
ν' αχρονήσουμε στου απέραντου το χάος
γιατί με κούρασε πολύ η αντισφάλεια του σώματος μου
και θέλω πια να φύγω
να 'μαι μονάχα όπου η ψυχή μου προστάζει
ν' αλαφρωθώ και ν' απομείνω είκοσι και ένα γκραμς
να γίνω λευκό φως όπως η νύχτα δεν γνωρίζει
να γίνω μαύρος ουρανός, αυτός που η μέρα τρέμει
να γίνω εγώ να γίνω εσύ
να γίνουμε κι οι δυο πουλιά του αγέρα
να μας κοιτούν ψηλά και να ζηλεύγουν
όπως ζηλεύω εγώ τα ελεύθερα
Labels:
ελευθερία,
θάνατος,
καλλικράτης όλεγκ,
κείμενο,
ποίημα
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013
Γράμμα στον Άδη.
άφησα το κορμί μου να κυλίσει
να νιώσω στα βάθη μου τη φλόγα
στου δέρματος την κάψα των δακρύων να θυμίσει.
Κι αν σε ρώτησα ποτές μου
για που βιάζεις
ήταν που σ'ήθελα κοντά
όταν ο άνεμος της πεθυμιάς με σβήσει.
Μα τώρα προσκυνώ σε Άδη
να χαριστείς στου Έρωτα την όψη
και μη μ'αφήσεις να 'ρθω να σε βρω.
Οι κόρες των ματιών μου μην λευκάνουν
κι οι χάντρες της ζωής να μη σιωπούν.
Τώρα που έμαθα να ζω
λίγη ζωή ακόμη σου ζητώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)