ένα φως με πλησιάζει και μου χαμογελά. επιτέλους, θα ζεις ψυχή μου, λεύτερη.
Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013
ανθύπνωση
άγουρες αναμνήσεις καλωσορίζουν τη νύχτα
και ξαγρυπνούνε ανάμεσα σε τέρατα μυθικά.
άθικτη φαντάζομαι την καρδιά μου
που μου μιλά με παραισθήσεις κι οιωνούς
που οδηγούν στο τέρμα.
φυλάκισα τα τέσσερα παιδιά μου
για να τα 'χω όπως τα θέλω.
τον πόθο, την απελπισία, την αγάπη
και τέλος τη γλυκήτατη μου τέχνη,
που με μισεί.
τον πόθο μου τον έντυσα με ένα βαρύ σεντόνι
να μου θυμίζει την αρχαία μου στοργή
όταν βαθιά με πνίγει.
την απελπισία την ζέστανα πολύ
μέσα στα δυο μου χέρια
για να ξέρει.
στης αγάπης μονάχα το κελί δεν έβαλα ποθές κλειδί.
και για την τέχνη μου μοίρασα άνθη
κατέβασα μετάξια και ρηχτά
άναψα το πιο λαμπρό κερί
και της πρόσφερα το κορμί
το μυαλό
και το σπέρμα μου.
γνωρίζει την υπέρτατη μου αδυναμία
και χαίρεται όταν κλαίω
όταν θρηνώ
γιατί μονάχα τότε της προσφέρω.
κι ύστερα μ' επαναφέρει στον ύπνο τον τραχύ.
στην ύστερή μου ανθύπνωση
δίχως προορισμό
ακολουθώ ένα ρυθμό δίχως αίσθηση
για να φτάσω σ' ένα προορισμό
που μάλλον δε γνωρίζω.
η ανάγκη για λιμάνι
πληθαίνει όσο πηαίνω.
βάζω τα δυο μου πόδια στα ρηχά
και βρέχω τις παλάμες μου προτού
να 'ρθει το κύμα
το βαρύ
και σου ζητώ σαν χάρη ποταμέ
να με σύρεις.
θέλω να φτάσω κάπου τελικά.
και για την ησυχία που ΄λεγα πως θέλω
δεν την ξανάδα πια
ούτε στης πεθυμιάς μου τον ορίζοντα
ούτε στις ηδονές μου.
όσο κι αν στάθηκα ασήκωτος
απ'της αρχής μου το ξεκίνημα
τα όλα μου, ζητούν ταξίδια
μα η καρδιά μου ψάχνει μανιωδώς
για ένα τέλος.
για να φτάσω σ' ένα προορισμό
που μάλλον δε γνωρίζω.
η ανάγκη για λιμάνι
πληθαίνει όσο πηαίνω.
βάζω τα δυο μου πόδια στα ρηχά
και βρέχω τις παλάμες μου προτού
να 'ρθει το κύμα
το βαρύ
και σου ζητώ σαν χάρη ποταμέ
να με σύρεις.
θέλω να φτάσω κάπου τελικά.
και για την ησυχία που ΄λεγα πως θέλω
δεν την ξανάδα πια
ούτε στης πεθυμιάς μου τον ορίζοντα
ούτε στις ηδονές μου.
όσο κι αν στάθηκα ασήκωτος
απ'της αρχής μου το ξεκίνημα
τα όλα μου, ζητούν ταξίδια
μα η καρδιά μου ψάχνει μανιωδώς
για ένα τέλος.
Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013
έρημος
για τις ζωές που δε θα ζήσω ποτέ.
βλέπουν μπροστά τα καραβάνια
και τις φλογέρες να φτερουγίζουν
μια μελωδία μακρινή.
ίσως να 'χα τότε το δικό μου καραβάνι
κι ίσως πάλι να 'μουν κλέφτης τρομερός.
όπως και να 'χει κλαίω
γιατί η έρημος είναι μαζί μου
και τώρα που βρέθηκα σε γάλανα νερά
και τώρα που τα πόδια μου ανθήσαν,
εγώ κλαίω στη θύμηση της.
για μια μνήμη που δε θα 'ρθει ποτέ.
Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013
λευκό μου
Μα με δυο λέξεις μου 'λυσε ένα μυστήριο
που μου 'δενε τα στήθια μου αιώνες.
Και πήραν μπρος τα μάτια μου.
Περπάτησα ως εδώ όχι μονάχος
μα με δυο χέρια να μ' αγγίζουν στα κρυφά
που όταν χανόμουν έβρισκαν
τα χνάρια τα σωστά μου.
Κι έκανα κύκλους ψάχνοντας για την ουρά μου.
Μα τώρα ξέρω.
Δε θα τρέξω όμως.
Μου χαρίστηκε η αιωνιότητα
και δε θα τρέξω.
Γιατί κι οι δυό θα πλέουμε στα γάλανα νερά της.
Και μετά.
Κι αν χαθώ, θα μ'έβρεις μη φοβάσαι.
Γιατί έχουμε την άχρονη κομπιά μας.
Κι αν χαθείς εσύ, θαρρώ πως δε θ' αντέξω.
Μα μου δώθηκε η αιωνιότητα,
και σ' αυτή μπροστά θα τρέξω να σε δω
για να με σίγουρος πως δε θα μ' έχει ξεγελάσει.
Και να σε ΄κεί.
Να σε ΄κει λευκό μου
για ν' αντέξω.
Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013
Να φύγω..
Να φύγω, να φύγω
όχι στα μέρη τα γνωστά
τ'αναγκασμένα
για τ'άλλα, που
ονειρευόμαστε μαζί τόσο καιρό.
Να φύγω και να διώξω
απ'τη σάρκα μου
όλες τις ασχήμιες που
μου'ρθαν
δίχως να τις έχω διαλέξει
ποτές μου
μα που άφησα να με
εισχωρήσουν.
Να φύγω στα κρυφά
που μου ψιθύριζες για
να μη μας ακούσουν
να πάμε εκεί που θα
μπορώ
να σου φωνάζω
με τ'όνομα που σου'χω'γω
γαλάζια μου λίμνη
που πλέκεις στα χρυσά
μου μαλλιά
τους δείκτες σου.
Να φύγω για την ψυχή
μου
που το 'χει παράπονο
πως τόσο καιρό δε την
ακούω.
Να φύγω για ΄μένα
και γι'αυτό που δε
μ'άφησε ο κόσμος να γίνω,
ο εαυτός μου.
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013
Gadfly Suite OP.97A
Μέσα
στη βουβή απεραντοσύνη του δωματίου
αποφάσισε να φέρει τέλος στη ζωή του.
Τα κεριά τρεμόπαιζαν κι ο μικρός καθρέφτης
αντανακλούσε τη θλιμμένη του ψυχή.
Ευτυχώς δεν υπήρχε τίποτα αιχμηρό στον
χώρο κι έπεσε να κοιμηθεί, απελπισμένα,
επάνω στο άβολο στρώμα του. Ο ύπνος του
ήταν κι αυτός άβολος κι αγχώδης. Σύντομα
κάτι τον ξύπνησε. Μπορεί να έφταιγαν τα
ελατήρια που του έμπηζαν τα σπλάχνα,
μπορεί να 'ταν οι φασαρίες απ'έξω, ποιος
ξέρει. Άναψε και πάλι τα κεριά κι ένα
αρωματικό στικ. Άκουσε λίγο από τον
αγαπημένο του συνθέτει κι απόλαυσε τις
κίτρινες αποχρώσεις της φλόγας επάνω
στους λευκούς τοίχους. Ξάφνου ακούστηκε
η πόρτα. Κάποιος χτυπούσε. Δυσαρεστήθηκε
που έπρεπε να διακόψει την Gadfly Suite
OP.97A, ήταν μακράν η αγαπημένη
του μελωδία.
“Ποιος είναι;”
ρώτησε διστακτικά.
Καμία απάντηση.
Δίχως να το σκεφτεί άνοιξε την πόρτα.
“Εσύ είσαι;
Γιατί δεν απάντησες, τρόμαξα.” είπε με
κοφτή, τρομαγμένη φωνή.
“Δεν θέλω να
μ'ακούσει κανείς.” ψιθύρισε.
Αφότου μπήκε
μέσα βιαστικά αγκαλιάστηκαν σφιχτά, σαν να είχαν χρόνια να ειδωθούν.
“Μου έλειψες.”
είπες ο νέος του δωματίου.
“Κι εμένα.”
απάντησε ο θλιμμένος.
Η νύχτα έχει
περάσει. Τα τέσσερα μάτια, στραμμένα
προς τα κάτω, γεμάτα ξεραμένα δάκρυα,
και δυο ανάσες διψασμένες σμίγουν και
χάνονται.
“Βαδίζουμε μόνοι σ'αυτό το απέραντο ταξίδι της θλιμμένης ψυχής μας.”
Δεν μπόρεσε
να κρατηθεί και τον ρώτησε: “Τι σ'
εμποδίζει; Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;”
Εκείνος έδειξε να χάνετε μέσα στην
απέραντη θλίψη των ματιών του, κι απάντησε
σχεδόν ψιθυριστά: “Κι εγώ αυτό αναρωτιέμαι,
γιατί τα κάνουμε όλα αυτά; Ποιόν μισούμε
πραγματικά και ποιόν θέλουμε να
εκδικηθούμε; Τον πατέρα μας και τη μάνα
μας που μας πονέσαν; Το Θεό που μας αφήνει
στο έλεος του κόσμου; Το βιαστή που
πρώτος μας έκλεψε τη γαλήνη απ'τα καθαρά
μας μάτια; Κι όχι πως είναι ένας.. Αλλά
ποιόν μισούμε πιο πολύ και εκδικούμαστε
την ίδια μας την ύπαρξη; Αυτό αναρωτιέμαι.”
“Δε σε καταλαβαίνω,
για τί πράγμα μου μιλάς;” τον ξαναρώτησε
“Εγώ πρέπει να φύγω, σου άφησα λίγο
φαγητό στην κουζίνα. Άντε τα λέμε.”
είπε, κι έφυγε κι αυτός. Πως ν'απαλέψει
κανείς μια θλιμμένη ψυχή που δε τη βαστά
το ψέμμα της πραγματικότητας;
“Θα έκανα τα
πάντα για να φύγω από 'δω.” Είχε πει μια
φορά. Δε το 'καμε, γιατί στην πορεία όλα
αλλάξαν. Φταίει κι αυτός ο ποιητής που
τον διάβαζε με τις ώρες: “Βαδίζουμε
μόνοι σ'αυτό το απέραντο ταξίδι της
θλιμμένης ψυχής μας.” Που να μην τον
ήξερε. Τον θαύμαζε πολύ κι όλο γι'αυτόν
μιλούσε. Καταραμμένα βιβλία, γεμίζουν
τα μυαλά των ανθρώπων με ιδέες ανύπαρκτες
και τους βυθίζουν σε μια απέραντη θάλασσα
σκέψεων. Η κατάθλιψη είχα ακούσει
οφείλεται στην αγάπη, δίχως όρια, που
έχει κάποιος μέσα του, μα κανείς δε του
τη ζητά. Καημένος όποιος. Και τι να ζήτησε
δηλαδή; Ένα χέρι να απλωθεί στο σβέρκο
του και να τον σφίξει, να τον κοιτάξει
στα μάτια και να του πει: “Θα 'ρθει και
το ξημέρωμα, η δύση μοναχή δεν θα αντέξει.
Μια ανατολή θα 'ρθει, και σε περιμένει.”
Μια κουβέντα σαν κι αυτή ποθεί.
Labels:
athens,
callikrati,
depression,
greece,
greek,
keimeno,
loneliness,
poem,
poihma,
text
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

