ένα φως με πλησιάζει και μου χαμογελά. επιτέλους, θα ζεις ψυχή μου, λεύτερη.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

who are you?

I completely found myself in one of my drawings. I guess the only way expressing myself is drawing simple, like a kid; no effects, no toil. Because simple is enough. It took me a long long time to understand that simple is enough. And it is, for me. I find myself in the most simple color; white. I feel free with white. It's the only color that allows me to be free, to create. Like the white walls of my room, like the white paper I draw on, like the white notebook I write on. And after I draw I am able to see everything, every little “why”. But here the question is: “Who are you?”

does it really matter

We don't know anything. We're just creatures inside the wild, not a single difference to the rest of the animals. We're all creatures of sadness, doomed to live. We act. That's the only difference of the human kind. We learn how to feign, to dissembe,  how to be “happy”. What a word. Does it even matter? We are not born to be happy, we are not born to achieve anything. We're just here, now, to feed our bodies, to fight in order to survive. That's the wild. And the only reason we don't commit suicide is because we love it. We love to be sad, we love to be depressed, we love to float in the river of the unknown. We all love the wild.
δεν την έχω ανάγκη την ομορφιά. την αλήθεια χρειάζομαι, γι'αυτήν άλλωστε θα πεθάνω. όπως κάθε βράδυ που το μυαλό μου τρίβεται απάνω στην καρδιά μου και την συνθλίβει.
συν+θλίψη  μεταξύ τους μοιράζονται την απέραντη θλίψη του κόσμου. και την απολαμβάνουν, όσο κάθε κακόγουστο όνειρο

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

είμαστε όλοι θλιμμένοι. γι'αυτό κάνουμε όλα αυτά, τα τρομερά πράγματα.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

τα φίλμς



μ'εκνεύρισε η μοίρα μου
και την έβγαλα μια φωτογραφία
να μου πει κι αυτή τι νιώθει
όταν τη φριχτή της μορφή
στα ασπρόμαυρα φίλμς
θε ν'αντικρύσει.
μίζερη 

το εγώ μου


το θρέφω τ'αναθρέφω
μαζί του ξυπνώ και μαζί του κοιμάμαι.
μα με εκδικείται
και με χτυπά.
του μιλώ και το χαϊδέυω
μα δεν αντιδρά.
με εκδικέιται

Κορμί πικρό.


Σηκώθηκα
περπάτησα ως το μπάνιο και κοιτάχτηκα
απ'του σπασμένου καθρέφτη τα κομμάτια.
Έπλυνα το βρώμικο μου πρόσωπο
και έκανα τα μαλλιά μου πίσω
μ'ότι νερό είχε απομείνει στα χέρια μου.
-τα μαλλιά μου πια έχουν μακρύνει.
μου φτάνουν στο πιγούνι.-
πιάνω δυο πινέλα και βάφω την καρδιά μου.
-μπλε-
κοιτάζω τα τερατόμορφα μου πόδια και τα κλοτσάω
κλοτσάω και τη θλίψη. περπατώ ως την άλλη μεριά
του σπιτιού.
ανοίγω το παράθυρο και
μου φεύγει η ψυχή μου.
δεν αντέχει κι αυτή πια
το πικρό κορμί μου.